Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

Πανίδα

Πανίδα

Πανίδα

topia_front.jpg

Photo Gallery

Η ποικιλία οικοτόπων, η σταδιακή αύξηση του υψομέτρου και ο κατακερματισμός του τοπίου δημιουργούν πληθώρα θώκων που συντηρούν πλούσια πανίδα. Το δυσπρόσιτο της περιοχής και οι, ως πρόσφατα, σχετικά περιορισμένες ανθρώπινες δραστηριότητες ευνοούν την παρουσία σπάνιων ειδών, ιδιαίτερα των μεγάλων θηλαστικών, που έχουν σημαντικά μειωθεί ή εξαφανιστεί σε άλλες περιοχές της χώρας αλλά και μιας ιδιαιτερης ποικιλότητας ορνιθοπανίδας που φτάνει τα 140 περίπου είδη.

Στους λειμώνες, τους θαμνώνες και τα διάκενα των χαμηλών υψομέτρων απαντούν πολλά στρουθιόμορφα, όπως σπίζες –μεταξύ τους και ο σπάνιος γερακοτσιροβάκος (Sylvia nisoria)– συλβίδες, κεφαλάδες και άλλα μικροπούλια, ενώ στα περισσότερα ρέματα ζουν νεροκότσυφες (Cinclus cinclus).

Στα δάση απαντούν εννέα είδη δρυοκολάπτη από τα δέκα που υπάρχουν στην Ελλάδα –μεταξύ τους ο λευκονώτης (Dendrocopos leucotos) και ο σταχτής (Picus canus) που συναντάται μόνο σε άλλες έξι περιοχές– παπαδίτσες, μυγοχάφτες –μεταξύ τους ο δρυομυγοχάφτης (Ficedula semitorquata) και ο νανομυγοχάφτης (Ficedula parva) που φωλιάζει μόνο εδώ και στη Ροδόπη– ο αιγίθαλος (Aegithalus caudatus), ο μαυροπελαργός (Ciconia nigra), ο χρυσοβασιλίσκος (Regulus regulus), ο βουνοδεντροβάτης (Certhia familiaris), ο πύρρουλας (Pyrrhula pyrrhula) και πιθανώς ο χιονοκότσυφας (Turdus torquatus) και η αγριόκοτα (Bonasa bonasia).

Στα μεγαλύτερα υψόμετρα και τα αλπικά λιβάδια απανούν πετροπέρδικες (Alectoris graeca), ο χιονοψάλτης (Prunela collaris), το βλαχοτσίχλονο (Emberiza hortulana) και το χρυσοτσίχλονο (Emberiza citrinella), ο πετροκότσυφας (Montivola saxatilis), η σπάνια κοκκινοκαλιακούδα (Pyrrhocorax pyrrhocorax), η ωχροκελάδα (Anthus campestris) και σε απότομα βράχια της αλπικής ζώνης ο τοιχοδρόμος (Tichodroma muraria).

Στα αρπακτικά περιλαμβάνονται ο χρυσαετός (Aquila chrysaetos), ο φιδαετός (Circaetus gallicus), ο κραυγαετός (Aquila pomarina), ο σφηκιάρης (Pernis apivorus), το διπλοσάινο (Accipiter gentilis) και το ξεφτέρι (Accipiter brevipes), ενώ κατά τη μετανάστευση περνούν μαυροπετρίτες (Falco eleonorae) και στα χωράφια στα χαμηλά μαυροκιρκινέζια (Falco vespertinus). Στο τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου συχνά εμφανίζονται στα χαμηλά λιβαδόκιρκοι (Circus pygargus) από τους γειτονικούς κάμπους της Καστοριάς και της Φλώρινας. Τέλος, από τα νυκτόβια αρπακτικά ξεχωρίζουν ο μπούφος (Bubo bubo), ο χουχουριστής (Stix aluco) και ο σπάνιος αιγωλιός (Aegolius funerus).

Στα δάση της περιοχής ζουν όλα τα μεγάλα οπληφόρα. Τα αγριογούρουνα (Sus scrofa) όπως και τα ζαρκάδια (Capreolus capreolus) είναι κοινά σε όλη την περιοχή, σε αντίθεση με τα ελάφια (Cervus elaphus) τα οποία είναι λιγοστά.  Σημαντική είναι και η παρουσία του αγριόγιδου (Rupicapra rupicapra subsp. balcanica), στις περιοχές πάνω από το Πληκάτι και το Σούφλικα.

Σταθερή είναι επίσης η παρουσία λύκων (Canis lupus) σε μικρούς αριθμούς. Άλλοι θηρευτές, όπως η αλεπού (Vulpes vulpes), η αγριόγατα (Felis sylvestris), ο ασβός (Meles meles), το πετροκούναβο (Martes foina) και η νυφίτσα (Mustela nivalis) παρουσιάζουν μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης. Με βάση σποραδικές αξιόπιστες αναφορές, πιθανολογείται η παρουσία του ευρασιατικού λύγκα (Lynx lynx,) στις περιοχές του Γράμμου και του Βόιου, ωστόσο η μόνιμη παρουσία του πανέμορφου αυτού ζώου στην χώρα μας είναι αβέβαιη.

Η αρκούδα (Ursus arctos), στο Γράμμο έχει μόνιμη παρουσία ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα του, γεγονός που αποδίδεται στις ευνοϊκότερες συνθήκες βιοτόπου στη περιοχή αυτή. Ο πληθυσμός τους εκτιμάται σε 20-25 άτομα. Οι αρκούδες έχουν μεγάλες επικράτειες και φαίνεται ότι μετακινούνται εκατέρωθεν των συνόρων.

Η πλούσια σε νερά περιοχή επιτρέπει την ανάπτυξη πυκνών πληθυσμών αμφιβίων. Από τα 18 είδη αμφιβίων που υπάρχουν στην Ελλάδα τουλάχιστον τα 11 συναντώνται στο Γράμμο. Από αυτά τα 4 είναι Ουροδελή, δηλαδή αμφίβια που διατηρούν σε όλη τους τη ζωή ουρά (τρίτωνες και σαλαμάνδρες) και τα υπόλοιπα 7 είναι Άνουρα (βατράχια και φρύνοι). Η περιοχή αποτελεί επίσης το νοτιότερο όριο εξάπλωσης του είδους στην Ευρώπη δύο ειδών ερπετών,  του αστρίτη (Vipera berus)  ή οχιάς των βουνών και της αμμόσαυρας (Lacerta agilis).

Η βιοποικιλότητα των ειδών του Γράμμου αφήνει ακόμη πολλά περιθώρια έρευνας τόσο για την καταγραφή του συνολικού αριθμού ειδών όσο και της συνολικής μελέτης των φυτοκοινωνιών-οικοσυστημάτων της περιοχής.